Όλες οι εποχές έχουν ανάγκη από αλήθεια

thanasΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

Μια συνέντευξη με το Θανάση Παπαγεωργίου, μάλλον δεν χρειάζεται προλόγους. Αφορμή το ξεκίνημα της θεατρικής σεζόν, εφέτος με Αρκά. Η συζήτηση «εφόλης της ύλης»- όπως λένε: της πολιτιστικής ύλης και της πολιτικής. Αν και ποιος μπορεί κάποτε να τις ξεχωρίσει;

 

Η θεατρική σεζόν στη ΣΤΟΑ ξεκίνησε πριν λίγες μέρες με έναν κατ’ εξοχήν δημιουργό κόμικς, τον Αρκά. Θέλετε να μας πείτε για αυτή την επιλογή σας;

Όσο κι αν ακουστεί περίεργο, το έργο του Αρκά επιλέχτηκε λόγω της πολιτικότητάς του! Τα «Επείγοντα περιστατικά» αποτελείται από δύο επί μέρους έργα, το «Εχθροί εξ αίματος» και το «Βιολογικός Μετανάστης» με άμεση σχέση ανάμεσά τους. 

Όταν πρωτοδιάβασα το πρώτο, πριν έξη χρόνια, είδα την υπόγεια πολιτική ματιά του συγγραφέα, που είναι άλλωστε ευδιάκριτη και στα κόμικς του. Θα μπορούσε βέβαια να το δει κανείς με διάφορες ερμηνείες.  Όταν όμως εκδόθηκε και το δεύτερο, αλλά κυρίως η απαίτηση του συγγραφέα να παίζονται πλέον μαζί σαν πρώτη και δεύτερη πράξη, βεβαιώθηκα για την πρόθεσή του - έστω και αν δεν τη δηλώνει ποτέ, και καλά κάνει - να εξετάσει το θέμα του μέσα από μια καθαρή πολιτική ματιά. Όχι απαραίτητα εσκεμμένη, γι’ αυτό και τη θεωρώ σημαντική. Έτσι κι αλλιώς στα κόμικς του Αρκά, διακρίνει κανείς εύκολα αυτή τη διάθεση του δημιουργού. Και προς αποφυγήν κάθε παρερμηνείας, όταν λέω πολιτική ματιά, δεν εννοώ μια σαφή κομματική τοποθέτηση, αλλά μια διάθεση να δούμε τα πράγματα, κρίνοντας τη σύγχρονη πραγματικότητα και δημιουργώντας  έναν  διάλογο με τον θεατή ή τον αναγνώστη μας. 

 

 

 

Επίσης, θα θέλαμε να μας πείτε και για τη σχέση Στοά-Αρκάς…

Ο Αρκάς ξεκίνησε την καριέρα του στη Στοά. Ήταν το 1977, όταν ασχολήθηκε για πρώτη φορά με τη σκηνογραφία – μόλις είχε αποφοιτήσει σαν αρχιτέκτονας από το Πολυτεχνείο – στο έργο του Μήτσου Ευθυμιάδη «Ο Φώντας». Ακολούθησαν τα έργα «Θεατές», «Εσωτερικαί ειδήσεις» και «Την άλλη Κυριακή». Παράλληλα ζωγράφιζε, έκανε και μία έκθεση - και είμαι ευτυχής που κατέχω δύο από τους πρώτους του πίνακες (ίσως το μοναδικό του ‘λάδι’). Τα σκηνικά του επαινέθηκαν ιδιαίτερα και η πενταετής συνεργασία μας υπήρξε μία από τις καλύτερες στην ιστορία της Στοάς. Μετά τον χάσαμε για κάποιο διάστημα και τον ξανασυναντήσαμε σαν «Αρκά». Να σημειωθεί ότι ούτε τα σκηνικά του, ούτε και εκείνοι οι πρώτοι πίνακές του προϊδέαζαν για τα κόμικς του, με τα οποία έγινε διεθνώς γνωστός. 

 

Έχετε δηλώσει σε κάπως παλιά συνέντευξή σας ότι η Στοά διαμόρφωσε ένα θεατρικό στυλ που βλέπει τον Έλληνα με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Ποιός είναι ο τρόπος, με τον οποίο βλέπει το θέατρο Στοά τον Έλληνα; Τον «μνημονιακό» Έλληνα;

Δεν ξέρω αν έχουμε διαμορφώσει κάποιο στυλ. Απλώς μας ενδιαφέρει το βάθος ενός έργου και ενός χαρακτήρα και αυτό καθορίζει και τις επιλογές μας. Έργα επιδερμικά και επιφανειακά δεν ανήκουν στα ενδιαφέροντά μας. Δεν θα ασχολιόμασταν με μια φαρσοκωμωδία ποτέ. Σεβόμαστε το είδος, κατανοούμε την επιτυχία του στη συγκεκριμένη εποχή, αλλά δεν θεωρούμε ότι μπορεί να δημιουργήσει προβληματισμό στον θεατή. Το πολύ μια ιλαρότητα, που συνήθως ξεχνιέται την επόμενη μέρα. Όχι πως δεν υπάρχουν ένα-δυο καλά έργα, αλλά δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε το είδος στο ρεπερτόριο της Στοάς. Σκοπός μας ήταν πάντοτε να δώσουμε τη δυνατότητα στον θεατή να προβληματιστεί βλέποντας τον εαυτό του πάνω στη σκηνή. Αυτός ο "εαυτός", μπορεί να ενδιαφέρει μόνο αν δοθεί "τρισδιάστατος", σε όλο του το μήκος, πλάτος και βάθος. Μόνο τέτοιοι χαρακτήρες συγκροτούν ένα πλήρες θεατρικό κείμενο. Η πορεία μας, δικαίωσε τις επιλογές μας.

Η εποχή είχε μεγάλη ανάγκη από αλήθεια – ποια εποχή δεν έχει αυτή την ανάγκη; - και στην Στοά αυτό ήταν το κύριο μέλημά μας. Να είμαστε αληθινοί πάνω στη σκηνή, να είμαστε λαϊκοί καλλιτέχνες και με τη βοήθεια του έργου να είμαστε και καίριοι. Σε ό,τι αφορά τον "μνημονιακό" Έλληνα, δεν πιστεύω ότι ο Έλληνας άλλαξε προς το καλύτερο ή το χειρότερο λόγω μνημονίου. Ήταν και παραμένει ‘Έλληνας’, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Και το πιο δυσάρεστο είναι ότι δεν θέλει να πάψει να είναι "Έλληνας".

 

 

Πώς θα «τοποθετούσατε» γενικότερα τη σχέση σημερινού θεάτρου και πραγματικότητας; Συνορίζονται; 

Το θέατρο ακολουθεί πάντοτε την εποχή του. Τα προβλήματα με τα οποία καταπιάνεται, μένουν αδιάφορα αν δεν έχουν μια σχέση με τα προβλήματα της σύγχρονης πραγματικότητας. Εννοώ τον εσωτερικό προβληματισμό κάθε έργου. Δεδομένου ότι η σημερινή πραγματικότητα διακρίνεται για τη θολούρα της, διαπιστώνει κανείς εύκολα και τη θολούρα του σημερινού θεάτρου. Σε μια εποχή που η γνώση έχει αντικατασταθεί από την απλή ικανότητα και η τεχνολογία προσπαθεί να εμφυσήσει συναίσθημα, είναι λογικό αυτά τα φαινόμενα να αντανακλώνται και στη σκηνή. Με αυτή την έννοια ‘συνορίζονται’. Το θέατρο, το αληθινό θέατρο, τείνει να γίνει λήμμα για τα λεξικά, έτσι όπως λειτουργεί στην Ελλάδα εδώ και μερικά χρόνια. Αναφομοίωτες ξενόφερτες προτάσεις, τάσεις εντυπωσιασμού, προθέσεις αυτοπροβολής, δεν συνιστούν αυτό που επιδιώκει η Τέχνη. Οι θίασοι και οι καλλιτέχνες που ασχολούνται πραγματικά με το θέατρο, όσο πάει και λιγοστεύουν. 

 

 

-Θα μπορούσατε να δείτε τη σύλληψη της «Χρυσής Αυγής» και τα όσα ακολούθησαν σαν παράσταση; Πώς θα την αξιολογούσατε;

Αυτού του είδους οι συλλήψεις δείχνουν τι σημαίνει αληθινό θέαμα. Αυτό που λέγεται σόου. Κουκούλες, για να μην μάθουμε τάχα ποιοι είναι οι υπάλληλοι της αντιτρομοκρατικής, ακριβά αυτοκίνητα με σκούρα τζάμια, για να μπορεί η φαντασία μας να οργιάζει για το τι γίνεται πίσω απ’ αυτά και κομπάρσοι, πολλοί κομπάρσοι. Πανάκριβες παραγωγές. Το Χόλυγουντ έχει χαράξει βαθειά τα σημάδια του στην αισθητική, αλλά αυτό που διαπιστώνει κανείς κάθε φορά, είναι το πού απευθύνεται και πόσο υψηλή θεωρεί την νοημοσύνη των θεατών του. Το μόνο κακό είναι το σενάριο. Και ο πιο απαίδευτος θεατής καταλαβαίνει ότι η ιστορία είναι λίγο παιδιάστικη, αρκετά αφελής και υπερβολικά ανόητη. Αύριο όλοι θα είναι πάλι αγαπημένοι και φίλοι. Και πιθανόν να ανήκουν και στην ίδια παράταξη...

 

 

Το θέατρο Στοά το ταυτίζουν με το Ζωγράφου αρκετά χρόνια τώρα. Ο Ζωγραφιώτης ταυτίζει το θέατρο με τη Στοά; Ποιες είναι οι σχέσεις σας με τη γειτονιά και τους γείτονες;

Υπήρξαν μερικοί Ζωγραφιώτες που ενδιαφέρθηκαν για την προσπάθειά μας. Υπήρξαν – και υπάρχουν – και πολλοί, ακόμη και γείτονες μας, άνθρωποι που κάθονται επί σαράντα χρόνια απέναντι από το Θέατρο Στοά, που δεν έχουν περάσει το κατώφλι της. Μιλάμε μαζί τους καθημερινά, μας ρωτάνε τι ετοιμάζουμε και πώς πάμε, δηλώνουν ευτυχείς που υπάρχουμε, μας εύχονται καλή επιτυχία για τον χειμώνα που έρχεται και τελειώνουν με τη φράση «ακόμα δεν τα κατάφερα να έρθω»! Αυτό το φαινόμενο πρέπει να εξεταστεί από κοινωνιολόγο. Έτσι, οπωσδήποτε δεν μπορώ να πω ότι πετύχαμε τον  αρχικό μας στόχο, να φέρουμε το ποιοτικό λαϊκό θέατρο κοντά στον λαϊκό θεατή. Αντίθετα καταφέραμε να φέρουμε τον αστό θεατή στο θέατρο της γειτονιάς. Αυτό θα συμβαίνει πάντοτε σε μία κοινωνία που δεν είναι θεατρόφιλη αλλά φιλοθεάμων. Αλλά εμείς δεν προσφερόμαστε για να καλυφθούν τέτοιου είδους περιέργειες.

 

 

Σε ότι αφορά το γενικότερο πολιτιστικό «υπόβαθρο», τις κινήσεις και τις πρωτοβουλίες, ποια είναι η άποψή σας για το Ζωγράφου; Θυμάμαι, πριν λίγους μήνες, από δω απ’ το θέατρο Στοά ξεκίνησε ένα πείραμα συντονισμού μεταξύ «συλλογικοτήτων» όπως τις λένε και δημιουργών-καλλιτεχνών. Τι απόγινε;

Μου κάνετε οδυνηρές ερωτήσεις. Με πονάει κάθε φορά που διαπιστώνω ότι οι κάθε λογής πολιτιστικές πρωτοβουλίες αποβλέπουν στο τι θα προσποριστεί η "παράταξη". Είναι κάτι που με αφήνει παντελώς αδιάφορο. Δεν ανήκα ποτέ σε πολιτικά κόμματα, παρατάξεις, πρωτοβουλίες, συνιστώσες και άλλες συμπράξεις, επειδή πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να λειτουργεί απερίσπαστος από την κομματική ανάγκη και να τον καθοδηγεί μόνο το πνευματικό του όραμα. Άλλωστε, βασική αποστολή του είναι η αμφισβήτηση. Αλλά, ποιο κόμμα ή παράταξη θα σου επιτρέψει την αμφισβήτησή της, αφού θα πρέπει να δέχεσαι πάντοτε ότι "ο γάιδαρος πετάει", αν αποφασιστεί κάτι τέτοιο; Αυτό τελικά που κέρδισα κι εγώ και όσοι από τη Στοά μπλεχτήκαμε, ήταν μια ιδιάζουσα απόρριψη, επειδή δεν υπηρετήσαμε τις παραταξιακές ανάγκες. Προφανώς οι άνθρωποι που με προσκάλεσαν να χτύπησαν λάθος πόρτα. Εγώ είμαι πάντοτε πρόθυμος να δουλέψω σαν το σκυλί, αλλά μόνο για το γενικό καλό. Το κομματικό καλό με αφήνει αδιάφορο, επειδή εκεί μέσα διακρίνω ένα πολύ ιδιωτικό, προσωπικό και απολύτως ιδιοτελές «καλό».

 

 

Τα τελευταία χρόνια συμμετέχετε στην επιτροπή του Δήμου για το φεστιβάλ ερασιτεχνικών θιάσων. Πώς πάει; πώς βλέπετε το μέλλον του;

Το φεστιβάλ, σαν φεστιβάλ, πάει πολύ καλά και  δίνονται χρήματα από τον Δήμο και αυτό είναι προς τιμήν του. Το πρόβλημά μου είναι ότι έχω μπερδευτεί λίγο με το τι σημαίνει πλέον ερασιτεχνισμός στο θέατρο. Το λέω επειδή κάποια από τα σχήματα λειτουργούν κάπως ημιεπαγγελματικά και άλλα προσπαθούν να μιμηθούν τους επαγγελματίες, χωρίς να το κατορθώνουν, αλλά χρησιμοποιώντας πολλά από τα ‘κουσούρια’ τους. Ελάχιστα είναι τα ακραιφνώς ερασιτεχνικά, δηλαδή εκείνα που απαρτίζονται από άτομα που δεν έχουν καμία άλλη βλέψη κάνοντας τον ηθοποιό, πέρα από το να νιώσουν αυτή την απελευθέρωση που προσφέρει η ‘μίμησις πράξεως’. Με την ιδιότητά μου σαν μέλος της επιτροπής έτυχε να συζητήσω με πολλά άτομα που συμμετείχαν σ’ αυτούς τους θιάσους. Δεν κρύβω ότι σε πολλές περιπτώσεις με απογοήτευσε το γεγονός ότι σε πολλούς από αυτούς διέκρινα ελαττώματα που διαθέτει κατά κόρον το σινάφι μου: ανταγωνισμός, παραγκωνισμός, χαιρεκακία, βεντετισμός…

Αυτό από μόνο του καταργεί πολλά από εκείνα τα στοιχεία που οδηγούν κατά καιρούς μια ομάδα ανθρώπων να θελήσουν να εκφραστούν μέσα από το θέατρο, ενώ η βασική τους δουλειά ήταν ένα άλλο επάγγελμα. Έτσι έχει χαθεί το κυριότερο στοιχείο του ερασιτεχνικού θεάτρου, η αθωότητα. Και όλοι γνωρίζουμε ότι η έλλειψη αυτού του συστατικού κάνει τα πράγματα από ανώφελα μέχρι επικίνδυνα.

 

 

Έχετε συζητήσει κάποιες άλλες ιδέες συνεργασίας με τον Δήμο;

Η σημερινή Δημοτική Αρχή διαθέτει έναν Δήμαρχο με πολύ καλές προθέσεις, σε αντίθεση με την προηγούμενη η οποία αντιμετώπιζε τον πολιτισμό σαν μίασμα. Έχω κάνει διάφορες προτάσεις, που όμως φοβάμαι πως είναι δύσκολο να υλοποιηθούν, επειδή οι οικονομικές συνθήκες πλέον δεν είναι τέτοιες που να το επιτρέπουν. Από την άλλη ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μία χώρα που η μισαλλοδοξία και η καχυποψία είναι εθνικά σπορ. Και πως ο αγώνας για να διατηρήσουμε μια θέση που αποκτήσαμε – όχι πάντοτε με την αξία μας – γίνεται πολλές φορές με μέσα που δεν επιτρέπουν την προαγωγή των καινούργιων ιδεών, όσο φίνες κι αν είναι, όταν προέρχονται από άλλους, «ξένους», οι οποίοι, εν προκειμένω, δεν ανήκουν στην ιδιοτελή συμπαγή μάζα του κλειστού κύκλου του δημόσιου υπάλληλου. Βλέπετε, οι αποφάσεις, για να εγκριθούν, πρέπει να κυκλοφορήσουν  μέσα σε γραφεία και παραγραφεία και σ’ αυτή τη διαδρομή χάνεται πολλή από την φρεσκάδα της πρότασης. Και κανείς δεν είναι σε θέση να κατανοήσει πως ό,τι προτείνω δεν περιέχει κανενός είδους ιδιοτέλεια, όσο κι αν τοποθετώ τον εαυτό μου σε δεύτερη μοίρα. Πώς όμως να πείσεις τους καρεκλοκένταυρους ότι δεν είσαι ελέφαντας; Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι κάτι θα πετύχουμε, είτε προς την κατεύθυνση μιας Δημοτικής Δραματικής Σχολής, είτε προς την δημιουργία ενός Μουσείου Κοτοπούλη, είτε προς την μετεγκατάσταση, στη Βίλλα Ζωγράφου, του διαλυμένου Θεατρικού Μουσείου, προτάσεις που πιστεύω ότι θα δυνάμωναν ιδιαίτερα το πολιτιστικό προφίλ του Δήμου και θα το διαφοροποιούσαν πολύ από την κλασική μορφή που έχει για πολλούς ένας Δήμος.

 

 

Είσαστε στο θέατρο κοντά πενήντα χρόνια. Σας έχει κουράσει; σας έχει γοητεύσει; Τι συναισθήματα θα προκαλούσε ένας απολογισμός;

Πενήντα χρόνια σε ένα επάγγελμα είναι φυσικό να έχεις νιώσει όλων των ειδών τα συναισθήματα. Από απλή απογοήτευση, απελπισία και τάση για εγκατάλειψη, μέχρι θεϊκή απόλαυση. Η σούμα δεν έχει γίνει, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή μου η αίσθηση θα διαφοροποιηθεί πολύ. Βέβαια, περίμενα άλλη αντιμετώπιση από τους δημότες και άλλη συμπαράσταση από εκείνους που δηλώνουν ότι τους ενδιαφέρει ο πολιτισμός. Και τώρα πια, που διαθέτουμε ένα θέατρο από τα μακροβιότερα και που έχει καταγραφεί στην ιστορία σαν ένα σημαντικό θέατρο της χώρας, θα περίμενα το μεγάλο ποσοστό των θεατών μας να ανήκει σε Ζωγραφιώτες. Αλλά τώρα πια είναι αργά, γιατί ο Ζωγράφος, όπως και ένα μεγάλο κομμάτι της Ελλάδας, έχει χάσει πλέον την αρχική του κοινωνική σύνθεση και οι άνθρωποι που τον κατοικούνε δεν θα ενδιαφερθούν για την πνευματική τους τροφή, επειδή οι πολιτιστικές τους παραδόσεις είναι διαφορετικές, αλλά – και το σημαντικότερο – οι ανάγκες τους έχουν περιοριστεί στην απλή και μονότονη προσπάθεια επιβίωσης.

 

 

Και το μέλλον, πώς το βλέπετε; Στη Στοά; στο σανίδι;

Δεν έχω παράπονο από το σανίδι, το χόρτασα πενήντα χρόνια. Και μόνο στο θέατρο Στοά έχω κάνει περισσότερες από έξη χιλιάδες παραστάσεις. Το μέλλον ανήκει στους νεώτερους και τώρα μοναδικό μέλημα είναι η δημιουργία νέων ευσυνείδητων και έντιμων καλλιτεχνών. Κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά ας μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι τώρα τα αυτιά των περισσότερων νέων έχουν μικρύνει και η φαντασία τους έχει συρρικνωθεί, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την πνευματική ενασχόληση. Πολλές φορές αισθάνομαι ότι πολλά πράγματα που με απασχόλησαν κατά καιρούς πάνω στη  δουλειά μου, θεωρούνται σήμερα γραφικά, αν όχι άχρηστα. Κάποιος φίλος συνάδελφος διερωτήθηκε προ καιρού αν μας έχει ανάγκη πια αυτός ο κόσμος. Είναι πικρό να φτάνεις στο σημείο να διερωτάσαι αν είναι χρήσιμοι οι άνθρωποι που έχουν θέσει τον εαυτό τους στην υπηρεσία της αφύπνισης του άλλου και στην διατήρηση ενός υψηλού φρονήματος.

 

Η συνέντευξη αναδημοσιεύεται από τη Ζω 2  του Οκτωβρίου.